Το Δράν

Πορεία Ζωής

Πορεία ζωής

Πρώτη πορεία. Διαταγή. Δεν διέφερε από τις άλλες πορείες που ήδη είχε δει. Μόνο που τώρα δε θα έβλεπε. Ο ήλιος δε θα ήταν συνοδός. Μόνο που τώρα δε θα διαμαρτυρόταν. Η αντίρρηση δεν ήταν ζωντανή. Ο φόβος είχε τρυπώσει στο μυαλό και την καρδιά του. Το χακί του ταίριαζε μα όχι και οι αξίες που πλέον πρέσβευε. Στις αρβύλες καθρεφτιζόταν το πρόσωπό του πιο καθαρά και από τον έναν καθρέφτη που υπήρχε στο μπάνιο. Θαύμα το πώς ξυρίζεται καθημερινά. Στη γυμνασμένη μέση του κουβαλούσε όσα θα χρειαζόταν -στον πόλεμο- και το κοντοκουρεμένο κεφάλι προστάτευε το κράνος. Στα χέρια του κρατούσε το τέρας στο οποίο υποκλίνονται όλοι οι νόμοι της φύσης. Το κρατούσε γερά. Με απέχθεια. Με δέος. Ετοιμάστηκε μαζί με τους άλλους. Στοιχηθήκανε. Κοίταξε τον ουρανό. Ούτε το φεγγάρι δεν ήθελε να δανείσει το φως του στους στρατιώτες εκείνο το βράδυ. Ακούστηκε διαταγή να ξεκινήσουν. Βγήκαν από την πύλη. Το δάσος όλο και πλησίαζε. Οι φακοί έδειχναν τον δρόμο. Σιωπή. Όλοι απολάμβαναν τους ήχους του δάσους. Εκείνος περισσότερο. Παιδί της επαρχίας. Είχε καιρό να απολαύσει φύση. Μόνο που η φύση δεν τον απολάμβανε. Όχι εκείνον. Το παρουσιαστικό του. Τα ζώα που συναντούσε, τον κοιτούσαν σιωπηλά. Κάποια έτρεχαν μακριά. Άλλα κρύβονταν. “Η φύση ξέρει…”, σκέφτηκε. Κοίταξε τι κρατούσε στα χέρια του. Και εκείνος το φοβόταν. Όμως, δεν μπορούσε να δείξει αυτόν τον φόβο. Ειδικά, όταν περιτριγυριζόταν από άτομα που το θεωρούν παιχνίδι. Άραγε ξέρουν τι μπορεί να κάνει; Ίσως. Μα όχι. Γι΄ αυτό, το κρατούν τόσο περήφανα, Δεν έχουν δει πόσα μπορεί να καταστρέψει σε μια στιγμή. Με ένα πάτημα διαταράσσεται η ισορροπία. Ξανακοίταξε το αντικείμενο στα χέρια του. Βεβαιώθηκε ότι είναι κλειδωμένο στο 0. Ανακουφίστηκε. Ακούστηκε διαταγή να σταματήσουν. Ξαπόστασαν. Εκείνος πήγε να αφήσει αυτό που κρατούσε κάτω. Ακούστηκε διαταγή να ρίξουν στον αέρα. Του κόπηκαν τα πόδια. Δεν μπορούσε να αρνηθεί. Δεν μπορούσε να δεχτεί. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έσκυψε. Έτρεμε. Το έπιασε. Έτρεμε. Το έστρεψε στον σκοτεινό ουρανό. Έτρεμε. Το ξεκλείδωσε. Έτρεμε. Πριν πατήσει την σκανδάλη ευχήθηκε “Ας φωτίσει ο ουρανός”. Έριξε. Μα ο ουρανός δε φώτισε. Το δάσος άδειασε. Εκείνος μετάνιωσε. Το πλησίασε. Του ψιθύρισε “Μισώ να σε κρατώ. Μισώ να σε κοιτώ. Μισώ να σε ακούω. Εσύ δε με κάνεις άντρα.” Θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα του “Ο στρατός θα σε κάνει άντρα.” Μέσα του είχε ήδη απαντήσει σε αυτόν. “ Άντρα με κάνει ο σεβασμός στη ζωή. Όχι να κρατώ και να χρησιμοποιώ αυτό που την αφαιρεί.” Ακούστηκε διαταγή να επιστρέψουν. Μεταβολή. Με εκείνη τη στροφή γύρισε την πλάτη στον παιδικό του εαυτό. Την αφέλεια. Την ανωριμότητα. Πλέον βάδιζε άντρας. Ήξερε ποιος είναι πια. Μπήκαν στο στρατόπεδο. Μπήκε σε νέο βιβλίο στη ζωή. Σιωπητήριο.

Εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα